Η ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα διέρχεται σε μια φάση δυναμικής ανασύνθεσης. Πίσω από τους τους δείκτες της ευρωπαϊκής κατάταξης, science — ideas, ξεδιπλώνεται ένα τοπίο όπου παραδοσιακά πανεπιστημιακά ιδρύματα, σύγχρονα ερευνητικά κέντρα και μια αναδυόμενη σκηνή νεοφυών επιχειρήσεων επιχειρούν να προσαρμοστούν με τις διεθνείς προκλήσεις. Παρακολουθώ στενά αυτόν τον χώρο και σε αυτό το άρθρο θα δοκιμάσω μια πραγματική χαρτογράφηση. Δεν θα περιοριστώ σε γενικότητες. Θα μελετήσω ειδικά δεδομένα, απόψεις χρηματοδοτικών εργαλείων, τεχνολογικές τάσεις που αποκτούν βάση στη χώρα και εφαρμόσιμες συμβουλές για οποιονδήποτε κινείται μέσα στον ελληνικό ερευνητικό ιστό. Στόχος μου είναι να παρουσιάσω μια εικόνα που συνδυάζει την ανάλυση με τη καθημερινή εμπειρία της καθημερινής ζωής στα εργαστήρια και στους φορείς καινοτομίας.
Κινήσεις που μετασχηματίζουν τον κλάδο
Η πιο ισχυρή τάση που εντοπίζω τον τελευταίο καιρό είναι η προοδευτική αλλά επίμονη στροφή προς την εφαρμοστική έρευνα με απευθείας κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν μιλώ πια μόνο για τη θεωρητικού αριστεία, αλλά για επικεντρωμένες προσπάθειες στην πράσινη ενέργεια, την ψηφιακή υγεία και την τεχνητή νοημοσύνη. Ερευνητικές ομάδες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Πατρών δημιουργούν λύσεις για τη διαχείριση υδάτινων πόρων και την παρακολούθηση σεισμικών φαινομένων με αλγορίθμους μηχανικής μάθησης. Αυτή η στροφή δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή επιλογή· αντανακλά και τις κατευθύνσεις χρηματοδότησης όπου οι προκηρύξεις αιτούνται πλέον ρητά μετρήσιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία και την οικονομία.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και της επιστήμης δεδομένων
Η τεχνητή νοημοσύνη κερδίζει συγκεκριμένο αποτύπωμα στην ελληνική έρευνα, και δεν αναφέρομαι μόνο στην πληροφορική. Βλέπω επιδημιολογικά μοντέλα να περιλαμβάνουν προγνωστικούς αλγορίθμους για την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων, εργαλεία ανάλυσης αρχαιολογικών ευρημάτων που εκμεταλλεύονται υπολογιστική όραση και συστήματα ψηφιακής διακυβέρνησης με επεξεργασία φυσικής γλώσσας για τη νομοθεσία. Το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου, το ΙΤΕ και το ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος” μετέχουν σε ευρωπαϊκά δίκτυα αιχμής, ενώ η δημιουργία του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης παρέχει θεσμική υπόσταση. Για έναν νέο ερευνητή, η συμβουλή μου είναι να μην υποβαθμίσει τις δεξιότητες στην επιστήμη δεδομένων, ακόμα κι αν το γνωστικό του αντικείμενο παρουσιάζεται μακρινό· η διεπιστημονικότητα είναι το διαβατήριο για σχεδόν κάθε σύγχρονη πρόταση.
Περιβαλλοντική μετάβαση και βιωσιμότητα
Παρακολουθώ τις εξελίξεις στους τομείς της ενέργειας και της κυκλικής οικονομίας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η Ελλάδα κατέχει συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να γίνουν ερευνητική υπεραξία. Οι μελέτες για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα στο Αιγαίο, η ανάπτυξη καινοτόμων φωτοβολταϊκών υλικών στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας, καθώς και τα προγράμματα βιοοικονομίας που λειτουργούν στα Γεωπονικά Πανεπιστήμια, δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να εξάγει τεχνογνωσία. Αυτό που βρίσκω ενθαρρυντικό είναι η σύνδεση με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που ψάχνουν ερευνητικούς συνεργάτες αντί για απλούς προμηθευτές. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος οικοδομήσει ερευνητικό προφίλ γύρω από την απανθρακοποίηση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα βρει χρηματοδότηση και διεθνείς συμμαχίες.
Ερευνητικές εγκαταστάσεις και συνεργατικοί σχηματισμοί
Κανένα επιστημονικό εύρημα δεν προκύπτει στο κενό. Στην Ελλάδα, οι υποδομές εκτείνονται από εξελιγμένο εξοπλισμό έως εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις, μια διαφορά που αντιμετωπίζω συχνά στις περιοδείες μου σε διάφορα ιδρύματα. Ωστόσο, ορισμένες μονάδες αναδεικνύονται. Το Δίκτυο Πραξιτέλης για τον συνένωση των ερευνητικών υποδομών, το υπερυπολογιστικό σύστημα ARIS που είναι προσιτό μέσω του ΕΔΕΤ, και οι νέες υποδομές του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας είναι παραδείγματα που καταδεικνύουν ότι όταν υπάρχει προγραμματισμός, οι επενδύσεις αποδίδουν. Ένα θέμα που με ενδιαφέρει είναι η βιωσιμότητα: πολλές ακριβές υποδομές δεν υποστηρίζονται από εξασφαλισμένη χρηματοδότηση για καθημερινές ανάγκες και εξειδικευμένο προσωπικό, με επακόλουθο να υποχρησιμοποιούνται.
Πέραν του τον εξοπλισμό, οι ερευνητικοί σχηματισμοί και τα clusters αποκτούν στρατηγική σημασία. Στην περιοχή της Αθήνας, το Επιστημονικό Πάρκο “Λεύκιππος” του Δημόκριτου υποδέχεται δεκάδες startups που στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ το Thess INTEC στη Θεσσαλονίκη προσελκύει επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Ωστόσο, η εμπειρία μου φανερώνει ότι οι συνέργειες ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς δεν εμφανίζονται αυθόρμητα· πρέπει να έχουν επαγγελματική διαχείριση καινοτομίας και γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας με επαρκές προσωπικό, κάτι που σε πολλά ιδρύματα παραμένει ζητούμενο. Η ενδυνάμωση αυτών των δομών είναι προϋπόθεση για να γίνουν οι υποδομές παράγοντας προόδου.
Συμβουλές για νέους επιστήμονες και καινοτόμους ανθρώπους
Αν αναλαμβάνετε τώρα την πορεία σας στην ελληνική έρευνα, η πιο ουσιώδης ερώτηση που πρέπει να απευθύνετε στον εαυτό σας είναι αν έχετε καταρτίσει ένα στέρεο επαγγελματικό σχέδιο που να υπομένει την αβεβαιότητα. Δεν αρκεί πια μόνο ένα διδακτορικό. Βλέπω ότι οι επιτυχημένοι ερευνητές συνδυάζουν τη δημοσιευτική συνέπεια με ικανότητες διαχείρισης έργων, επάρκεια συγγραφής προτάσεων και ένα διεθνές δίκτυο επαφών που οικοδομείται συνειδητά από νωρίς. Πολλές φορές συμβουλεύω τους νεότερους να διαθέτουν τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό του χρόνου τους στην μη τυπική δικτύωση, είτε μέσα από ευρωπαϊκές δράσεις COST, είτε μετέχοντας σε θερινά σχολεία και συνέδρια με ενεργητικό ρόλο.
Ένα άλλο κρίσιμο σημείο είναι η σχέση με την επιχειρηματικό πνεύμα. Δεν προτείνω κάθε ερευνητής να γίνει επιχειρηματίας, αλλά η κατανόηση του πώς μια ανακάλυψη μπορεί να μετατραπεί σε προϊόν αυξάνει σημαντικά την απασχολησιμότητα. Οι θερμοκοιτίδες του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος διαθέτουν προγράμματα καθοδήγησης που καλύπτουν από την κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας έως την παρουσίαση σε επενδυτές. Επίσης, η εκλογή ενός μέντορα από τον χώρο της βιομηχανίας μπορεί να προσφέρει προοπτική που απουσιάζει από την ακαδημαϊκή εποπτεία. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η αξία ενός ερευνητή μετριέται όλο και περισσότερο από την δυνατότητά του να λύνει πραγματικά προβλήματα και όχι απλώς να εκδίδει γι’ αυτά.
Τα εμπόδια και η προσεχή ημέρα
Κάθε ειλικρινής ανάλυση πρέπει να εντοπίσει τις δυσχέρειες. Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό, αν και έχει επιβραδυνθεί, δεν έχει αντιστραφεί. Πολλοί από τους πιο ταλαντούχους ερευνητές που γνώριζα στα ελληνικά αμφιθέατρα δραστηριοποιούνται σήμερα σε πανεπιστήμια του Μονάχου, του Λονδίνου ή της Βοστώνης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό· συνδέεται με την σταθερότητα της καριέρας, τον διοικητικό όγκο και την έλλειψη ενός σαφούς οδικού χάρτη σταδιοδρομίας μετά το μεταδιδακτορικό. Όσες ενέργειες, όπως οι θέσεις “Ερευνητή Γέφυρα” του ΕΛΙΔΕΚ, έχουν γίνει, είναι ενθαρρυντικά βήματα αλλά δεν αρκούν για να γεφυρώσουν το κενό.
Από την άλλη, βλέπω σημάδια αλλαγής που προκαλούν αισιοδοξία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους ελαττώνει σταδιακά τη γραφειοκρατία στις ερευνητικές προτάσεις, κάνοντας τη διαδικασία υποβολής πιο φιλική. Επιπλέον, η μεγαλύτερη εμπλοκή της διασποράς μέσα από δίκτυα σαν το Reload Greece διαμορφώνει κανάλια γνώσης και χρηματοδότησης που δεν ήταν διαθέσιμα μια δεκαετία πριν. Θεωρώ ότι το σημαντικό τεστ για το ελληνικό οικοσύστημα τα επόμενα χρόνια θα είναι η ικανότητά του να κρατήσει τους νέους ερευνητές που τώρα είναι στη φάση του διδακτορικού και του πρώτου μεταδιδακτορικού. Αν καταφέρουν να δουν έναν ορίζοντα τριών έως πέντε ετών με διαρκή απασχόληση και αναπτυσσόμενες ευθύνες, το στοίχημα της επιστροφής θα γίνει πολύ πιο ενδιαφέρον.
Κλείνοντας αυτή την ανασκόπηση, θέλω να μοιραστώ μια πεποίθηση που σχηματίστηκε από την μακρά παρατήρηση του χώρου: η ελληνική έρευνα διαθέτει το ανθρώπινο κεφάλαιο και την τεχνική βάση για να πρωταγωνιστήσει σε εξειδικευμένους κλάδους, αλλά απαιτεί συστημικό αλτρουισμό. Οι επί μέρους επιτυχίες μεμονωμένων ομάδων πρέπει να γίνουν θεσμική μνήμη και όχι πρόσκαιρες ιστορίες. Αυτό συνεπάγεται πρακτικά να ζητήσουμε ανοιχτά δεδομένα, αξιοκρατικές διαδικασίες και διαρκή επένδυση σε ανθρώπους. Αν αυτό το πλαίσιο ισχυροποιηθεί, τότε οι τάσεις που σημείωσα δεν θα μείνουν απλές υποσχέσεις, αλλά θα δώσουν στη χώρα μια ισχυρή θέση στον παγκόσμιο επιστημονικό χάρτη. Το επόμενο βήμα για κάθε αναγνώστη είναι να ψάξει τις ενεργές ευκαιρίες που υπάρχουν τώρα, είτε αυτές είναι σε μια ανοιχτή πρόσκληση του ΕΛΙΔΕΚ, είτε σε ένα ερευνητικό δίκτυο που αναμένει νέα μέλη.
Η παρούσα κατάσταση της ελληνικής έρευνας
Όταν συνομιλώ με συναδέλφους από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ελληνική ερευνητική παραγωγή συχνά τους εκπλήσσει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, η χώρα δημοσιεύει περίπου 14.000 επιστημονικές εργασίες ετησίως σε περιοδικά με κριτές, με τις βιβλιογραφικές αναφορές να ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επιλεγμένα πεδία. Αυτή η επίδοση δεν είναι συμπτωματική. Τα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, μαζί με ιδρύματα όπως το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, τροφοδοτούν το σύστημα με σταθερή ροή αποτελεσμάτων. Η διαπίστωσή μου είναι ότι η ποιότητα έχει βελτιωθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία, ακόμα κι αν οι χρόνιοι περιορισμοί στις υποδομές εξακολουθούν εμπόδιο.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Η υψηλή παραγωγή συνυπάρχει με ένα κατακερματισμένο οικοσύστημα, όπου η διασύνδεση ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και παραγωγικό ιστό συνεχίζει να υπολείπεται του ευρωπαϊκού βορρά. Η χρηματοδότηση εξακολουθεί το κυριότερο αγκάθι. Το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που κατευθύνεται στην Έρευνα και Ανάπτυξη έχει ανέβει, κλείνοντας προς το 1,5%, αλλά εξακολουθεί κάτω από τον στόχο του 3% που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που με προβληματίζει ιδιαίτερα είναι η μεγάλη εξάρτηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, που προκαλεί κύκλους χρηματοδότησης με απότομες εναλλαγές. Παρόλα αυτά, η ανθεκτικότητα της επιστημονικής κοινότητας είναι εντυπωσιακή.
Εκτίμηση ερευνητικού έργου και αποτελέσματος
Το πώς αξιολογούμε την επιτυχία στην επιστήμη είναι ένα ζήτημα που εμφανίζεται συνεχώς στις συζητήσεις με συναδέλφους. Στην Ελλάδα, το σύστημα αξιολόγησης βασίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε βιβλιομετρικούς δείκτες και στη δημοσίευση σε περιοδικά υψηλού συντελεστή απήχησης. Παρότι αυτό παρέχει μια σχετικά αντικειμενική βάση σύγκρισης, αντιλαμβάνομαι ότι συχνά παραβλέπεται ο κοινωνικός και εκπαιδευτικός αντίκτυπος. Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης υιοθετεί κριτήρια που ενώνουν την ποιότητα με την ποσότητα, αλλά η πίεση για δημοσιεύσεις μπορεί να φέρει σε στρεβλές συμπεριφορές, όπως ο κατακερματισμός των ευρημάτων σε πολλαπλά άρθρα ελάχιστης πρωτοτυπίας. Η κριτική μου επικεντρώνεται στην ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση που θα αναγνωρίζει την αριστεία στη διδασκαλία, την ανοιχτή επιστήμη και τη συμβολή στη χάραξη πολιτικής.
Παράλληλα, μια νέα τάση που παρακολουθώ είναι η σταδιακή υιοθέτηση των αρχών της υπεύθυνης έρευνας και καινοτομίας, όπου η αξιολόγηση δεν τελειώνει στη δημοσίευση αλλά συνεχίζεται στη συμμετοχή των πολιτών και στη δεοντολογία. Στην πράξη, λίγα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ενσωματώσει επίσημα τέτοιους δείκτες, αλλά οι συζητήσεις έχουν αρχίσει, κυρίως μέσα από ευρωπαϊκά έργα συνεργασίας. Η συμβουλή μου προς νεότερους ερευνητές είναι να αποδεικνύουν συστηματικά όχι μόνο τις δημοσιεύσεις τους, αλλά και τις παρουσιάσεις σε φορείς, τη συμμετοχή κοινού σε πειράματα και κάθε στοιχείο που δείχνει ότι η δουλειά τους υπερβαίνει τα όρια του εργαστηρίου. Αυτό αποτελεί όπλο σε αξιολογήσεις που πάνε πέρα από τον h-index.
Μια ερευνητική προσέγγιση στα εργαλεία χρηματοδότησης
Δεν είναι υπερβολή να πω ότι η συνέχεια μιας ερευνητικής ομάδας στην Ελλάδα στηρίζεται σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματικότητα σε ανταγωνιστικές προκηρύξεις. Ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας αυξάνεται σταδιακά, αλλά η εγχώρια βάση παραμένει στενή. Γι’ αυτό, το ελληνικό οικοσύστημα έχει δημιουργήσει αξιοσημείωτη ειδίκευση στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων. Το Πρόγραμμα “Ορίζων Ευρώπη” είναι ο βασικός στυλοβάτης, με την Ελλάδα να σημειώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε σχέση με το μέγεθος της, ιδιαίτερα στους πυλώνες της αριστείας και των υποδομών. Ωστόσο, η εμπειρία μού φανερώνει ότι η εξάρτηση από ένα μόνο κανάλι είναι ανασφαλής.
Τοπικά και ευρωπαϊκά σχήματα
Το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) εκτιμάται από την κοινότητα ως ο μοχλός που έλειπε. Οι δράσεις του για μεταδιδακτορικούς ερευνητές, η στήριξη βασικής έρευνας και οι συνεργασίες με τη βιομηχανία δίνουν μια πιο ευέλικτη λύση στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των μεγάλων ταμείων. Σε πρακτικό επίπεδο, παρατηρώ ότι οι προκηρύξεις του ΕΛΙΔΕΚ χρειάζονται λιγότερη διοικητική προεργασία και προσδίδουν έμφαση στην επιστημονική ποιότητα. Από την άλλη, το ΕΣΠΑ μένει ο κύριος μοχλός για υποδομές και μεγάλης κλίμακας ερευνητικά έργα, με την περιφερειακή διάσταση να κερδίζει όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η συμβουλή μου είναι να μην αγνοεί κανείς τις περιφερειακές προσκλήσεις, που συχνά έχουν χαμηλότερο ανταγωνισμό και άμεση τοπική εφαρμογή.
Επιχειρηματική χρηματοδότηση και επιχειρηματικοί άγγελοι
Μια εξέλιξη που αξίζει ιδιαίτερης κριτικής ανάλυσης είναι η αύξηση των ιδιωτικών κεφαλαίων για την έρευνα, μέσα από εταιρικά ερευνητικά κέντρα και νέα επενδυτικά σχήματα. Εταιρείες τεχνολογίας και φαρμάκων έχουν αρχίσει να δημιουργούν δικές τους μονάδες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, προσελκύοντας επιστήμονες που επιδιώκουν σταθερότερες συνθήκες από την ακαδημαϊκή αγορά εργασίας. Επιπλέον, ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου όπως το Metavallon και το Velocity.Partners επενδύουν πλέον και spin-offs που προκύπτουν από πανεπιστημιακή έρευνα, υιοθετώντας πρότυπα του Ισραήλ. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η εκτίμηση της ερευνητικής ωριμότητας: ένα ακαδημαϊκό εύρημα δεν είναι απαραίτητα έτοιμο για εμπορική αξιοποίηση, και η απόσταση ανάμεσα στην απόδειξη της ιδέας και στο προϊόν μένει το μεγάλο ζητούμενο. Χρειάζεται ειλικρινής αυτοαξιολόγηση από τις ομάδες.